Η Στήλη του Κάτσχι ( γεωργιανά: კაცხის სვეტი) είναι ένας φυσικός ασβεστολιθικός μονόλιθος που βρίσκεται στο χωριό Κάτσχι, στο δυτικό Γεωργιανό μχάρε Ιμερέτι, κοντά στην πόλη Τσιατούρα. Έχει ύψος περίπου 40 μ., και βλέπει στην μικρή κοιλάδα του ποταμού Κατσχούρα, έναν δεξί παραπόταμο του Κβιρίλα.
Ο βράχος, με ορατά τα ερείπια μιας εκκλησίας στην κορυφή του έκτασης 150 τ.μ., τιμάται από τους ντόπιους ως Πυλώνας της Ζωής και ως ένα σύμβολο του Αληθινού Σταυρού, και είναι περιστοιχισμένος από θρύλους. Η κορυφή παρέμενε ανεξερεύνητη μέχρι το 1944 και μελετήθηκε συστηματικά τα έτη 1999-2009. Οι μελέτες έδειξαν ότι τα ερείπια προέρχονται από ένα πρώιμο Μεσαιωνικό ερημητήριο που χρονολογείται του 9ου ή του 10ου αιώνα. Η Γεωργιανή επιγραφή που παλαιογραφικά χρονολογείται του 13ου αιώνα υποδεικνύει ότι το ερημητήριο υπήρχε ακόμα τότε. Η θρησκευτική δραστηριότητα που συνδέεται με τη στήλη αναζωπυρώθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 και ...Διαβάστε περισσότερα
Η Στήλη του Κάτσχι ( γεωργιανά: კაცხის სვეტი) είναι ένας φυσικός ασβεστολιθικός μονόλιθος που βρίσκεται στο χωριό Κάτσχι, στο δυτικό Γεωργιανό μχάρε Ιμερέτι, κοντά στην πόλη Τσιατούρα. Έχει ύψος περίπου 40 μ., και βλέπει στην μικρή κοιλάδα του ποταμού Κατσχούρα, έναν δεξί παραπόταμο του Κβιρίλα.
Ο βράχος, με ορατά τα ερείπια μιας εκκλησίας στην κορυφή του έκτασης 150 τ.μ., τιμάται από τους ντόπιους ως Πυλώνας της Ζωής και ως ένα σύμβολο του Αληθινού Σταυρού, και είναι περιστοιχισμένος από θρύλους. Η κορυφή παρέμενε ανεξερεύνητη μέχρι το 1944 και μελετήθηκε συστηματικά τα έτη 1999-2009. Οι μελέτες έδειξαν ότι τα ερείπια προέρχονται από ένα πρώιμο Μεσαιωνικό ερημητήριο που χρονολογείται του 9ου ή του 10ου αιώνα. Η Γεωργιανή επιγραφή που παλαιογραφικά χρονολογείται του 13ου αιώνα υποδεικνύει ότι το ερημητήριο υπήρχε ακόμα τότε. Η θρησκευτική δραστηριότητα που συνδέεται με τη στήλη αναζωπυρώθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 και μέχρι το 2009 το κτίριο του μοναστηριού είχε αποκατασταθεί στο πλαίσιο ενός κρατικά χρηματοδοτούμενου προγράμματος.
Στα ιστορικά αρχεία, η στήλη του Κάτσχι αναφέρεται για πρώτη φορά [1] από τον Γεωργιανό λόγιο του 18ου αιώνα Πρίγκιπα Βακχουστί, ο οποίος αναφέρει στη Γεωγραφική Περιγραφή του Βασιλείου της Γεωργίας: «Υπάρχει ένας βράχος μέσα στη λαγκαδιά που στέκεται σαν στήλη, εξαιρετικά ψηλός. Υπάρχει μια μικρή εκκλησία στην κορυφή του βράχου, αλλά κανείς δεν μπορεί να την ανεβεί, ούτε γνωρίζει πώς γίνεται.» [2] [3] Δεν έχουν διασωθεί άλλες γραπτές μαρτυρίες για τη μοναστική ζωή ή τυχόν αναβάσεις. Η στήλη περιστοιχίζεται από αρκετούς τοπικούς θρύλους. Σε έναν από αυτούς, η κορυφή του βράχου συνδεόταν με μια μεγάλη σιδερένια αλυσίδα με τον θόλο της Εκκλησίας του Κάτσχι, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 1,5 χλμ. από την στήλη. [1]
Τον Ιούλιο του 1944 μια ομάδα με επικεφαλής τον ορειβάτη Αλέξανδρο Τζαπαρίτζε και τον συγγραφέα Λεβάν Γκοτουά πραγματοποίησαν την πρώτη τεκμηριωμένη ανάβαση στη στήλη του Κάτσχι. Ο Βακχτάνγκ Τσιντσάτζε, ο ειδικός αρχιτεκτονικής της ομάδας, ανέφερε στην μελέτη του 1946 ότι τα ερείπια που βρέθηκαν στην κορυφή του βράχου ήταν τα απομεινάρια δύο εκκλησιών, που χρονολογούνται των 5ου και 6ου αιώνων και σχετίζονται με μια πρακτική στυλιτών, μια μορφή χριστιανικού ασκητισμού. Από το 1999, η στήλη του Κάτσχι έχει γίνει αντικείμενο συστηματικότερης έρευνας. Σύμφωνα με περαιτέρω μελέτες και αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν το 2006, ο Γιόργι Γκαγκοσίτζε, ένας ιστορικός τέχνης με το Γεωργιανό Εθνικό Μουσείο, χρονολόγησε εκ νέου τις δομές μέχρι του 9ου-10ου αιώνα. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το συγκρότημα αποτελούταν από μια μοναστηριακή εκκλησία και κελιά για τους ερημίτες. Η ανακάλυψη των υπολειμμάτων ενός κελαριού κρασιών υποσκέλισε επίσης την ιδέα για ακραίο ασκητισμό που άκμασε στη στήλη. Το 2007 βρέθηκε μια μικρή ασβεστολιθική πλάκα με Γεωργιανές επιγραφές στα ασομταβρούλι, που παλαιογραφικά χρονολογείται του 13ου αιώνα και αποκαλύπτει το όνομα ενός «Γιόργι», στον οποίο αποδίδεται η κατασκευή των 3 κελιών ερημιτών. Η επιγραφή αναφέρει επίσης τον Πυλώνα της Ζωής, που αντανακλά τη λαϊκή παράδοση της ευλάβειας για τον βράχο ως σύμβολο του Αληθινού Σταυρού. [1]
Οι θρησκευτικές δραστηριότητες άρχισαν να αποκαθίστανται το 1995, με την άφιξη του μοναχού Μάξιμου Καβταράτζε, έναν ντόπιο από το Τσιατούρα. [4] [5] Τα έτη 2005 - 2009, τα κτίρια της μονής στην κορυφή της στήλης αποκαταστάθηκαν με την υποστήριξη της Εθνικής Υπηρεσίας Διατήρησης της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Γεωργίας.[6] Ο βράχος ήταν κάποτε προσβάσιμος στους άνδρες επισκέπτες μέσω μιας σιδερένιας σκάλας που ανέβαινε από τη βάση μέχρι την κορυφή, [4] αλλά πρόσφατα θεωρήθηκε μη προσβάσιμος για το κοινό.
Προσθήκη νέου σχολίου