Wiener Staatsoper
( Κρατική Όπερα της Βιέννης )Οι πρώτες όπερες ανέβηκαν στη Βιέννη στα μισά του 17ου αιώνα επί της βασιλείας του Φερδινάνδου Γ΄ και μέσα στα επόμενα χρόνια επιβάλλονται σαν κατεξοχήν διασκέδαση της Αυλής. Μάλιστα ο γιος και διάδοχός του Λεοπόλδος Α΄ ήταν και ο ίδιος ποιητής και συνθέτης. Από τότε αρκετά θέατρα χρησιμοποιήθηκαν για το ανέβασμα της όπερας όπως το Opernhaus auf der Cortina, το Μπούργκτεατερ[Σημ 1], το Kärntnertortheater[Σημ 2], το Theater auf der Wien[Σημ 3], το Theater an der Wien[Σημ 4] κ.ά.[1].
Με τη δημιουργία του μεγάλου οδικού άξονα Ρίνγκστρασσε, κατασκευασμένου πάνω στα χνάρια του αρχαίου τείχους της πόλης, αποφασίστηκε και η ανέγερση μιας νέας λυρικής σκηνής, που με τη μεγαλοπρέπειά της θα στόλιζε με τον ιδανικότερο τρόπο τη νέα λεωφόρο. Η κατασκευή του κτιρίου της όπερας αναγγέλθηκε το 1860 και ύστερα από διαγωνισμό, επιλέχθηκαν το 1861 τα νεο-αναγεννησιακά σχέδια των αυστριακών αρχιτεκτόνων August Sicard von Sicardsburg και Eduard van der Nüll. Η θεμέλια λίθος τοποθετήθηκε στις 20 Μαΐου 1863[2].
Η κατασκευή αρχικά απογοήτευσε και πολλοί θεωρούσαν ότι δεν κατάφερνε να συναγωνιστεί τη μεγαλοπρέπεια του Heinrichshof, του κτιρίου που χτίστηκε στο αναμεταξύ στην απέναντι πλευρά του δρόμου, από το 1861 έως το 1863, σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν. Κριτικές εκφράστηκαν τόσο από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ, που το χαρακτήρισε "σιδηροδρομικό σταθμό"[3] όσο και από μερίδα του τύπου που εξέφραζε την απογοήτευση των Βιενέζων. Όταν μάλιστα το επίπεδο του οδοστρώματος ανέβηκε κατά 1 μέτρο η εντύπωση που έδινε το κτίριο ζημιώθηκε ακόμη περισσότερο. Ο Eduard van der Nüll επηρεάστηκε τόσο από όλες αυτές τις κριτικές ώστε στις 4 Απριλίου 1868 αυτοκτόνησε δι' απαγχονισμού. Δέκα εβδομάδες αργότερα πέθανε και ο A. S. von Sicardsburg από φυματίωση. Λέγεται ότι ο αυτοκράτορας είχε τόσο ταραχθεί από την αυτοκτονία του van der Nüll ώστε από τότε και έπειτα σε όλα τα νέα έργα τέχνης απαντούσε με τη φράση κλισέ "Είναι πολύ ωραίο, μου άρεσε πολύ".
ΛειτουργίαΣτις 25 Μαΐου του 1869 έγιναν τελικά τα εγκαίνια, παρουσία του αυτοκράτορα και της συζύγου του Ελισάβετ[4] με την όπερα Ντον Τζοβάννι του Μότσαρτ. Πολλές οι όπερες που πρωτοπαρουσιάστηκαν από τη σκηνή αυτή, όπως ο Βέρθερος[Σημ 5] του Ζυλ Μασνέ και η β' εκδοχή της Αριάδνης στη Νάξο του Ρίχαρντ Στράους.
Από το 1897 έως το 1907 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της ορχήστρας και την καλλιτεχνική διεύθυνση ο Γκούσταβ Μάλερ και το θέατρο ζει τη χρυσή εποχή του. Καθιερώνει τις σκηνογραφίες Αρ Νουβό, καλεί πρωτοπόρους εικαστικούς καλλιτέχνες να εργαστούν στην όπερα, σπάει τις παραδοσιακές αντιλήψεις για το ανέβασμα της όπερας και ανεβάζει το επίπεδο της ποιότητας των παραστάσεων βασιζόμενος στην νέα σφαιρική αντίληψή του για την όπερα. Δημιουργεί έτσι παραστάσεις που έχουν μια καινοφανή μέθοδο επικοινωνίας με τον θεατή και θα μείνουν στην ιστορία του θεάτρου[1].
Η αρχική ονομασία του θεάτρου ήταν "Wiener Hofoper" δηλαδή "Βιεννέζικη Αυλική Όπερα" αλλά το 1920, μετά την πτώση των Αψβούργων, πήρε τη σημερινή του ονομασία.
Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και μεταπολεμικά χρόνιαΤο χρονικό διάστημα από το 1938 έως το 1945 είναι ένα σκοτεινό κεφάλαιο στην ιστορία του θεάτρου. Με την επέμβαση των ναζί πολλά άτομα εκδιώχθηκαν, κυνηγήθηκαν και δολοφονήθηκαν και κάποια έργα δεν επιτρεπόταν να ανεβαστούν[4]. Στις 12 Μαρτίου του 1945 το θέατρο σχεδόν καταστράφηκε από έναν αμερικανικό βομβαρδισμό. Η πρόσοψη, που είχε προληπτικά εντοιχιστεί, σώθηκε, το ίδιο και η είσοδος, το φουαγιέ, το σαλόνι τσαγιού και η μνημειώδης σκάλα. Όμως η αίθουσα και η σκηνή καταστράφηκαν ολοσχερώς και μαζί όλη η επίπλωση, τα σκηνικά και περίπου 150.000 κουστούμια από τις 120 όπερες που είχαν ανέβει[2]. Λίγους μήνες μετά ανακοινώθηκε η ανακατασκευή του θεάτρου, του οποίου στο μεταξύ τις παραστάσεις θα φιλοξενούσαν η Λαϊκή όπερα της Βιέννης και το Theater an der Wien. Τελικά το θέατρο άνοιξε πάλι τις πύλες του στις 5 Νοεμβρίου 1955, μετά την υπογραφή της «Συνθήκης του Αυστριακού Κράτους»[Σημ 6], με την όπερα Φιντέλιο του Μπετόβεν και θεωρήθηκε από τους Βιεννέζους μια συμβολική πράξη εορτασμού της ανεξαρτησίας της χώρας τους. Η παράσταση μεταδόθηκε για πρώτη φορά από την Αυστριακή τηλεόραση (ORF).
Το 1956 αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, θέση που θα διατηρήσει μέχρι το 1964. Ο Κάραγιαν συνάπτει μια συμφωνία με τη Σκάλα του Μιλάνου και μαζί τα δυο σπουδαία αυτά λυρικά θέατρα δημιουργούν πολλές αξιόλογες συμπαραγωγές, βασιζόμενα στο συνολικό καλλιτεχνικό τους δυναμικό[1].
Πλέον η Κρατική όπερα της Βιέννης, η επονομαζόμενη και "Erste Haus am Ring“" ("Το πρώτο σπίτι στη Ρινγκστράσε"), συμβολίζει την παγκόσμια δόξα της Βιέννης ως μητρόπολη της κλασικής μουσικής.
Οι όπερες που έχουν ανέβει περισσότερες φορές είναι:
Οι γάμοι του Φίγκαρο του Μότσαρτ, 1163 παραστάσεις από το 1870 έως το 2016 Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ, 1027 παραστάσεις από το 1875 έως το 2013 Τόσκα του Τζάκομο Πουτσίνι, 1020 παραστάσεις από το 1910-2016 Αΐντα του Τζουζέπε Βέρντι, 1007 παραστάσεις από το 1874 έως το 2016 Ο Ιππότης με το Ρόδο του Ρίχαρντ Στράους, 991 παραστάσεις από 1911 έως το 2016 Φιντέλιο του Μπετόβεν, 930 παραστάσεις από το 1869 έως το 2016 Ο Μαγικός Αυλός του Μότσαρτ, 917 παραστάσεις από το 1941 έως το 2016 Ο ιπτάμενος Ολλανδός του Ρίχαρντ Βάγκνερ, 833 παραστάσεις από το 1871 έως το 2015Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία του θεάτρου αποτελεί ο Χορός της Όπερας της Βιέννης (Wiener Opernball). Ο πρώτος χορός έλαβε χώρα στις 11 Δεκεμβρίου 1877 και έχει τις ρίζες του σε μια μακρά παράδοση αυτοκρατορικών εορτών. Πλέον γίνεται την τελευταία Πέμπτη της Αποκριάς. Οι καρέκλες της πλατείας μετακινούνται και κατασκευάζεται ένα άλλο δάπεδο στο επίπεδο της σκηνής, που χρησιμεύει για πίστα χορού. Γι' αυτήν τη διαδικασία απαιτούνται 650 άτομα και 2 ημέρες εργασιών[5].
Σφάλμα αναφοράς: Υπάρχουν ετικέτες <ref> για κάποια ομάδα με το όνομα «Σημ», αλλά δεν βρέθηκε καμία αντίστοιχη ετικέτα <references group="Σημ"/>
Προσθήκη νέου σχολίου